Ένα βασικό στοιχείο του πολέμου στην Ουκρανία είναι ότι μονίμως επηρεάζεται από ψευδαισθήσεις. Πριν ακόμη αρχίσει, υπήρχε η ψευδαίσθηση στη Δύση ότι μπορεί να συνεχίζει την ένταξη στο ΝΑΤΟ παραμεθόριων της Ρωσίας περιοχών, χωρίς να υπάρξει δυναμική αντίδραση. Στη συνέχεια ήταν ο Πούτιν που είχε την ψευδαίσθηση ότι θα εισβάλει και οι «αδελφοί Σλάβοι» της Ουκρανίας θα τον υποδεχτούν περίπου με ανοικτές αγκάλες.
Σειρά πήρε η Δύση, που πίστεψε αφενός ότι η ρωσική οικονομία θα συντριβεί από τις κυρώσεις και αφετέρου (για ένα μέρος της περιόδου 2022-2023) ότι η Ουκρανία θα μπορούσε να νικήσει τη Ρωσία και να φτάσει στην Κριμαία.
Η τρέχουσα ψευδαίσθηση όμως αφορά αποκλειστικά την Ευρώπη, που φαίνεται να πιστεύει ότι η συνέχιση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία (όπως λένε, ακόμη και χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ!) είναι προτιμότερη από μία βαριά ειρήνη, εις βάρος της τελευταίας.
Όπως γνωρίζουν όμως όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και στοιχειωδώς με την ιστορία των πολεμικών αναμετρήσεων, η έννοια της «δίκαιης ειρήνης», την οποία επικαλούνται συνεχώς ο Ζελένσκι και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι, ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας.
Οι πόλεμοι τελειώνουν με δύο τρόπους: είτε με τη συνθηκολόγηση άνευ όρων του αντιπάλου που έχει συντριβεί στα πεδία των μαχών, είτε με μια συμφωνία ειρήνης που αντικατοπτρίζει α) τις συνθήκες στα πεδία μάχης και β) τον ευρύτερο συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των εμπολέμων, με βάση και τις αντικειμενικές δυνατότητες τυχόν υποστηρικτών τους.
Η σκληρή πραγματικότητα «επί του πεδίου»
Η πραγματικότητα στα πεδία των μαχών είναι ότι η Ρωσία έχει αποκτήσει το πάνω χέρι τους τελευταίους 18 μήνες. Κατακτά στρατηγικές τοποθεσίες στο Ντονμπάς και συνεχίζει να προελαύνει αργά αλλά σταθερά. Τελευταία άλλωστε σημαντική είδηση ήταν η ανακατάληψη των περιοχών στο Κουρσκ, καθώς οι Ουκρανοί αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με βαριές απώλειες, χωρίς να έχουν αποκομίσει οποιοδήποτε τακτικό ή στρατηγικό όφελος.
Ούτε το ευρύτερο πλαίσιο είναι ευνοϊκό για την Ουκρανία. Ακόμη και οι πιο φανατικοί υποστηρικτές της παραδέχονται ότι η ρωσική οικονομία έχει μεγάλα περιθώρια αντοχής και ότι οι ένοπλες δυνάμεις της μπορούν να συνεχίσουν τον ίδιο ρυθμό επιχειρήσεων, τουλάχιστον, για 1-2 χρόνια. Ειδικά δε οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες πιστεύουν πως όσο και να στηρίξει η Δύση την Ουκρανία με υλικό, δεν υπάρχει δυνατότητα ανατροπής των συσχετισμών.
Όλα αυτά βεβαίως τα γνωρίζει και ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος σε αυτή τη φάση δεν έχει λόγους να συναινέσει σε μια ειρήνη που δεν θα καλύπτει τους βασικούς του στόχους, δηλαδή την ουδετεροποίηση και μερική αποστρατικοποίηση της Ουκρανίας, καθώς και την αφομοίωση των τεσσάρων περιοχών που έχει επισήμως προσαρτήσει στη Ρωσική Ομοσπονδία. Παρότι πάντα υπάρχει το στοιχείο του απρόβλεπτου, οι πιθανότητες στο πεδίο της μάχης είναι ξεκάθαρα με το μέρος του. Και συνεπώς δεν έχει κανένα λόγο να συναινέσει σε μια μερική ή ολική εκεχειρία άνευ όρων, που δεν θα διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας του.
Αναγνωρίζοντας αυτούς τους συσχετισμούς, ο Ντόναλντ Τραμπ ζητά μεν μια πρώτη εκεχειρία, έστω μερική, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να προωθήσει τη συμφωνία ειρήνης μέσω ενός ευρύτερου πλαισίου επαναπροσέγγισης της Ρωσίας, ίσως και ένταξής της σε μια νέα ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Γηραιά Ηπειρο, κάτι που φαίνεται να αποτελεί και βαθύτερο στόχο του Πούτιν.
Γιατί η Ευρώπη (και ο Ζελένσκι) δεν θέλουν γρήγορη ειρήνευση
Βρίσκει όμως απέναντί του την Ευρώπη, που για τρεις βασικούς λόγους δεν επιθυμεί μια γρήγορη ειρήνη στην Ουκρανία, με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων.
Ο πρώτος έχει να κάνει με την πρόσδεση των περισσότερων ηγεσιών στο διατλαντικό άρμα μιας ιδεαλιστικής προσέγγισης του «φιλελευθερισμού», που πρέπει να επικρατήσει έναντι των αντιπάλων του. Για τις ηγεσίες αυτές, η ήττα της Ουκρανίας ισοδυναμεί με βαρύτατο πολιτικό πλήγμα, που θα έχει σοβαρές εσωτερικές επιπτώσεις.
Ο δεύτερος λόγος αφορά τον υπαρκτό φόβο, κυρίως μικρότερων χωρών στη ρωσική παραμεθόριο, ότι εάν σταματήσουν να είναι «απασχολημένες» στην Ουκρανία οι ρωσικές δυνάμεις (οι πλέον εμπειροπόλεμες σήμερα παγκοσμίως), ίσως επιτεθούν σε άλλα περιφερειακά σημεία, πριν προλάβει να προετοιμαστεί η Ευρώπη.
To «μυστικό» το είπε πρώτος φωναχτά ο υπεύθυνος των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος πρέπει να κρατήσει ως το 2029-2030 και προκαλώντας αντιδράσεις στην Ουκρανία. Με λίγο πιο κομψό τρόπο το επανέλαβαν την προηγούμενη εβδομάδα υπουργοί Άμυνας των μικρών χωρών της Βαλτικής.
Ο τρίτος λόγος συνδέεται με την επικοινωνιακή ανάγκη ύπαρξης ενός ισχυρού εχθρού, προκειμένου να πειστεί η κοινή γνώμη ότι πρέπει να γίνουν θυσίες, ώστε να επανεξοπλιστεί η Ευρώπη.
Η στάση της, όμως, ορίζει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί η κυβέρνηση Ζελένσκι. Η οποία γνωρίζει, ούτως ή άλλως, ότι οι μέρες της θα είναι μετρημένες, μετά τη σύναψη μιας σκληρής ειρηνευτικής συμφωνίας. Ιδίως λόγω του ακροδεξιού εθνικιστικού στοιχείου, που έχει ισχυρή παρουσία εντός των ενόπλων δυνάμεων και της κοινωνίας.
Όσο η Ευρώπη υπόσχεται να συνεχίσει να δαπανά τεράστια ποσά για την υποστήριξη του πολέμου, όσο χώρες όπως η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία δηλώνουν πρόθυμες να στείλουν στρατεύματα «καθησυχασμού» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), στην Ουκρανία, και όσο οι δυνάμεις της χώρας δεν παρουσιάζουν δείγματα ταχείας κατάρρευσης στα μέτωπα, ο Ζελένσκι δεν έχει λόγους να αποδεχτεί τους δύσκολους όρους μιας ειρήνης.
Η «στρατηγική πρωτοβουλία» της Ρωσίας και ο απεγκλωβισμός του Τραμπ
Για τη Ρωσία, η κατάσταση δεν είναι καθόλου άβολη, όπως φάνηκε και από τελευταίες δηλώσεις του ίδιου του Πούτιν, κατά τις οποίες η χώρα του διαθέτει τη «στρατηγική πρωτοβουλία κινήσεων» στην Ουκρανία και μπορεί να «αποτελειώσει» τα ουκρανικά στρατεύματα.
Καθώς μπαίνουμε βαθύτερα προς την Άνοιξη και το Καλοκαίρι, εποχές ευνοϊκές για προελάσεις, τα στρατεύματά του έχουν ήδη καταλάβει στρατηγικές θέσεις που επιτρέπουν τη διεξαγωγή επιχειρησιακού επιπέδου επιθέσεων σε όλο σχεδόν το μήκος της γραμμής άμυνας. Στο Βόρειο Μέτωπο στο Σούμι και το Κουρσκ, στο κεντρικό μέτωπο από το Κουπιάνσκ έως το Τόρετσκ και στο νοτιότερο τμήμα του μετώπου, από το Ποκρόβσκ και τη Ζαπορίζια, με σκοπό είτε τη διάσπαση των ουκρανικών γραμμών είτε τη σταδιακή αναδίπλωσή τους. Προς το παρόν τουλάχιστον, ο χρόνος μετράει προς όφελός του.
Η στάση όμως των Ευρωπαίων, που απέρριψαν την άρση μικρού μέρους των κυρώσεων, έναντι εκεχειρίας στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ προσπαθούν με κάθε τρόπο να δυσχεράνουν την όλη διαδικασία, δίνει την ευχέρεια και στον Αμερικανό πρόεδρο να απεγκλωβιστεί από τις υποσχέσεις του για γρήγορη ειρήνη. Αφενός, να τους χρεώσει την καθυστέρηση κι αφετέρου, να αποστασιοποιείται σταδιακά από τη σύρραξη, περνώντας την στις πλάτες των Ευρωπαίων και αποφεύγοντας το ενδεχόμενο επικίνδυνης κλιμάκωσης μεταξύ υπερδυνάμεων.
Παρότι οι διεθνείς διπλωματικές διεργασίες ενέχουν υπόγειες διαστάσεις και οι στρατιωτικές συρράξεις είναι εγγενώς απρόβλεπτες, το βασικό σενάριο πλέον είναι ότι οι ειρηνευτικές διαδικασίες δεν θα λάβουν ουσιαστική μορφή τουλάχιστον έως τα τέλη του τρέχοντος έτους, οπότε θα ξέρουμε και το αποτέλεσμα των θερινών επιχειρήσεων.
Οι εξελίξεις ενδέχεται να επιταχυνθούν εάν η Ουκρανία παρουσιάσει σημάδια στρατιωτικής κατάρρευσης. Από την άλλη, όμως, υπάρχει πάντα και η πιθανότητα ο πόλεμος να οδηγηθεί στη λήξη του, αποκλειστικά μέσα από τα πεδία των μαχών, με αυξανόμενη ευρωπαϊκή εμπλοκή.
Πριν από σχεδόν 10 μήνες, είχαμε αναφερθεί στον κίνδυνο η Ουκρανία να εξελιχθεί σε Βιετνάμ της Ευρώπης. Τότε ίσως κάποιοι να το θεώρησαν υπερβολικό. Δυστυχώς, υπάρχουν πλέον σοβαρές ενδείξεις ότι ο κίνδυνος έχει μεγαλώσει.