Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Alpha: Απαιτούνται επενδύσεις στα ύδατα

Η θεώρηση του νερού ως δημόσιου αγαθού το οποίο παρέχεται "δωρεάν" από τον Θεό και από το κράτος είναι λανθασμένη αναφέρει η Alpha Bank σε σχετική ανάλυση, τονίζοντας ότι απαιτείται σωστή διαχείριση στα ύδατα.

Alpha: Απαιτούνται επενδύσεις στα ύδατα
Η θεώρηση του νερού ως δημόσιου αγαθού, το οποίο παρέχεται "δωρεάν" από τον Θεό και από το κράτος, είναι λανθασμένη.

Από την αρχαιότητα η συστηματική παροχή του νερού για κάθε χρήση (ύδρευση, άρδευση κ.λπ.) απαιτούσε επενδύσεις (σε υδραγωγεία, σε κανάλια μεταφοράς κ.α.) και λειτουργικές δαπάνες.

Επιπλέον, το κόστος παροχής νερού μπορεί να διαφέρει σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, γεγονός που συνδέεται με την ανισοκατανομή της προσφοράς των υδάτινων πόρων, δεδομένου ότι τα επίπεδα προσφοράς και ζήτησης υδάτινων πόρων δεν συσχετίζονται στις περισσότερες χώρες και περιοχές.

Βέβαια, η προσφορά υδάτινων πόρων στις ελλειμματικές περιοχές μπορεί να ενισχυθεί με επενδύσεις, π.χ. σε συστήματα αφαλάτωσης ή/και σε μεταφορά νερού από πλεονασματικές περιοχές. Παρ' όλα αυτά, το φάσμα της λειψυδρίας και της ερήμωσης απειλεί πολλές χώρες του κόσμου και πολλές περιοχές της Ελλάδας.

Σε αυτές τις περιοχές η παρατηρούμενη υπεράντληση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων (ιδιαίτερα των υπόγειων) θέτει σε κίνδυνο τη φυσική δυναμική ανανέωσης αυτών των πόρων.

Η ανεπάρκεια του νερού παγκοσμίως αποδίδεται αφενός στην ταχέως αυξανόμενη ζήτησή του λόγω της ταχείας αύξησης του πληθυσμού παγκοσμίως, της οικονομικής ανάπτυξης πολλών αναπτυσσόμενων οικονομιών και της εξαιτίας της συγκέντρωσης του πληθυσμού στις πόλεις και αφετέρου στις συνεχείς διαταραχές στην προσφορά, στις οποίες συμβάλλει και η τάση υπερθέρμανσης του πλανήτη, στον βαθμό που αυτή η τάση υπάρχει ήδη. Πράγματι, η ταχεία αύξηση του πληθυσμού στις μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες και ο υψηλός ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης αυτών των χωρών συνεπάγονται μεγαλύτερη κατανάλωση νερού ανά νοικοκυριό, καθώς και από τους παραγωγικούς τομείς της γεωργίας - κτηνοτροφίας, της βιομηχανίας, της ενέργειας, του τουρισμού κ.ά.

Επίσης, η παρατηρούμενη σε όλες τις χώρες έντονη αστικοποίηση του πληθυσμού σημαίνει γεωγραφική συγκέντρωση των αναγκών για ύδρευση, η οποία απαιτεί μεγάλες επενδύσεις για ανάπτυξη των αναγκαίων ταμιευτήρων και δικτύων μεταφοράς υδάτινων πόρων και των συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης. Από την άλλη πλευρά, η προσφορά νερού μπορεί να περιορίζεται σημαντικά σε ορισμένες χρονικές περιόδους σε περιοχές στις οποίες η ζήτηση αυξάνει με υψηλούς ρυθμούς, όπως προαναφέρθηκε.

Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν τους κινδύνους για τη βιωσιμότητα και τη συνέχιση της προσφοράς των υδάτινων πόρων σε πολλές περιοχές.

Όμως, η ταχεία αύξηση της κατανάλωσης νερού σε πολλές περιοχές δεν είναι πάντοτε το αποτέλεσμα των αντικειμενικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν, αλλά της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία αφενός συμβάλλει στην ταχεία αύξηση της κατανάλωσης (και ενίοτε στη σπατάλη) του νερού και αφετέρου περιορίζει τη δυνατότητα ανάληψης των αναγκαίων επενδύσεων για την εξασφάλιση της απαραίτητης αύξησης της προσφοράς νερού.

Για παράδειγμα, η ανάληψη του κόστους των επενδύσεων και παροχής του νερού, κατά κύριο λόγο, από το κράτος (δηλαδή από το κοινωνικό σύνολο) ακυρώνει τα κίνητρα του καταναλωτή για συνετή χρήση του νερού, καθώς αυτός δεν έρχεται ποτέ αντιμέτωπος με το πραγματικό κόστος των επενδύσεων και της παροχής του νερού.

Επίσης, στον βαθμό που οι φορείς υδατικών υπηρεσιών αδυνατούν να ανακτήσουν το συνολικό κόστος παροχής του νερού (π.χ. το κόστος των επενδύσεων σε υποδομές, το λειτουργικό κόστος παροχής του νερού και εκείνο που προκαλείται στο περιβάλλον), αναγκάζονται να ακολουθούν τα γεγονότα για αποκατάσταση μεγάλων βλαβών στα συστήματα ύδρευσης - αποχέτευσης ή στα συστήματα άρδευσης όταν οι ελλείψεις έχουν ήδη παρουσιαστεί, αντί να φροντίζουν για την πραγματοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων με στόχους την ανακαίνιση, τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση των συστημάτων πριν παρουσιαστούν οι ελλείψεις.

Αντιθέτως, όταν οι χρήστες του νερού επιβαρύνονται με το πλήρες κόστος παροχής του, οι συνθήκες έλλειψης νερού ελαχιστοποιούνται ή δεν υπάρχουν. Άλλωστε, πρόβλημα έλλειψης νερού δεν θα έπρεπε να υπάρχει σε έναν πλανήτη στον οποίο το νερό (γενικά) καλύπτει περίπου το 70% της επιφάνειάς του, ιδιαίτερα δε στη σημερινή εποχή, κατά την οποία υπάρχει τεχνολογία για αποτελεσματική μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων νερού από τη μία περιοχή στην άλλη και για χρήση του ως πόσιμου ή αρδεύσιμου ακόμη και του θαλάσσιου νερού μέσω της αφαλάτωσης.

Η υιοθέτηση πολιτικής που αναγνωρίζει το νερό ως πολύτιμο αγαθό με οικονομική, περιβαλλοντική και διαχρονική αξία επιβάλλεται στα κράτη-μέλη για τη συμμόρφωση με το κοινοτικό πλαίσιο. Το παράδειγμα της Ισπανίας δείχνει ότι αντίστοιχες δράσεις ικανοποιητικής τιμολόγησης του νερού, διαχείρισης της ζήτησης και πραγματοποίησης των αναγκαίων επενδύσεων πρέπει να λαμβάνονται έγκαιρα από τις χώρες όπου ο κίνδυνος της λειψυδρίας είναι αισθητός και αποτελεί πραγματικό ενδεχόμενο, όπως η Ελλάδα.

Σύμφωνα με την έκθεση του ΕΜΠ, το δυναμικό της Ελλάδας σε υδάτινους πόρους υπερκαλύπτει την κατανάλωση. Όμως, παρά την επάρκεια στη συνολική προσφορά, 4 από τα 14 υδατικά διαμερίσματα (Υ.Δ.) της χώρας θεωρούνται ελλειμματικά κατά τον Ιούλιο (κατά μέσο όρο τα τελευταία έτη), δηλαδή τον δυσμενέστερο μήνα από πλευράς υδατικού ισοζυγίου, στον οποίο η προσφορά νερού είναι ελάχιστη, ενώ η ζήτηση είναι πολύ αυξημένη λόγω αρδεύσεων και τουρισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα Υ.Δ. της Θεσσαλίας και της Αττικής.

Στο Υ.Δ. Θεσσαλίας η εξαιρετικά υψηλή ζήτηση νερού για άρδευση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ξεπερνά τη σχετικά υψηλή προσφορά νερού την περίοδο αυτή, καθιστώντας το υδατικό ισοζύγιο του διαμερίσματος σημαντικά ελλειμματικό. Βέβαια, η υψηλή κατανάλωση νερού για άρδευση στο Υ.Δ. της Θεσσαλίας αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική τιμολόγησής του όχι με βάση την ποσότητα που καταναλώνεται, αλλά ανά στρέμμα. Έτσι, κάθε χρήστης, αφού πληρώσει ένα σχετικά μικρό ποσό με βάση τα στρέμματα που διαθέτει, από εκεί και πέρα δεν έχει κανένα περιορισμό στο πόσο νερό θα καταναλώσει ή θα σπαταλήσει. Επιπλέον, μεγάλες ποσότητες καταναλώνονται στη Θεσσαλία και σε άλλα Υ.Δ. για άρδευση αυξημένων εκτάσεων καλλιεργειών, κυρίως λόγω των επιδοτήσεων.

Με αυτά τα στοιχεία, και λαμβάνοντας ως δεδομένες τις ανάγκες σε νερό του θεσσαλικού κάμπου, επιχειρείται η αύξηση της προσφοράς νερού μέσω της κατασκευής μεγάλων αρδευτικών έργων με κύριο αυτό της εκτροπής του Αχελώου από το Υ.Δ. της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπου η ζήτηση του Ιουλίου δεν υπερβαίνει το 1/5 της προσφοράς. Όμως, αν στη Θεσσαλία και αλλού δεν υπήρχαν δομικές στρεβλώσεις που να αυξάνουν την κατανάλωση νερού, ενδεχομένως το πρόβλημα της λειψυδρίας να μην ήταν τόσο έντονο εξαρχής.

Επίσης, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το Υ.Δ. της Αττικής σχετίζονται με την συγκέντρωση του 1/3 και άνω του πληθυσμού και της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας στην περιοχή αυτή. Παρ' όλα αυτά, έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικά έργα μεταφοράς νερού από πολύ μακρινές περιοχές, καθώς και έργα επεξεργασίας του και αποχέτευσης, που εξασφαλίζουν στην Αττική επάρκεια νερού υψηλής ποιότητας, το οποίο χρησιμοποιείται όχι μόνο για ύδρευση αλλά και για άρδευση κήπων και άλλων καλλιεργειών.

Το κόστος του νερού για τους καταναλωτές στην Αττική είναι ελάχιστο (περίπου 7 ευρώ μηνιαίως για κατανάλωση έως 50 κ.μ. σε τέσσερις μήνες), δεδομένου ότι οι τελευταίοι δεν επιβαρύνονται για την ανάκτηση του κόστους των επενδύσεων ή για την έγκαιρη συντήρηση και ανανέωση του δικτύου μεταφοράς του νερού που αναλαμβάνονται από τον προϋπολογισμό.

Ως αποτέλεσμα, υπάρχει σημαντική καθυστέρηση των αναγκαίων επενδύσεων, με συνέπεια τις μεγάλες απώλειες νερού που παρατηρούνται λόγω των αναπόφευκτων διαρροών από το απαρχαιωμένο σε πολλές περιοχές δίκτυο. Έτσι, όταν οι συνθήκες προσφοράς νερού δεν είναι ευνοϊκές, π.χ. λόγω εκτεταμένης ανομβρίας, το νερό στους βασικούς ταμιευτήρες που τροφοδοτούν την Αττική μειώνεται σε επικίνδυνα επίπεδα (π.χ. στην τρέχουσα περίοδο η διαθέσιμη ποσότητα δεν ξεπερνά τους 16 μήνες), γεγονός που ευαισθητοποιεί τους αρμόδιους φορείς να αναζητήσουν λύσεις αντιμετώπισης της επερχόμενης λειψυδρίας.

Γενικά, η Ελλάδα μπορεί να αντιμετωπίζει ικανοποιητικά τα προβλήματα έλλειψεως νερού που παρατηρούνται σε πολλές περιοχές της με την πραγματοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων, με βάση, όμως, τη βασική αρχή της ανάκτησης ενός σημαντικού μέρους του κόστους των επενδύσεων αυτών και του λειτουργικού κόστους παροχής του νερού από τους ίδιους τους καταναλωτές σε κάθε περιοχή.

Η άσκηση της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής επιδοτήσεων του αγροτικού τομέα θα πρέπει να γίνεται με διαφάνεια από τον κρατικό προϋπολογισμό και μάλιστα με τη μεγαλύτερη δυνατή επικέντρωση στα νοικοκυριά, που πράγματι έχουν ανάγκη ενίσχυσης των εισοδημάτων τους μέσω αυτής της πολιτικής.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v