Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Τα συν και πλην ενός δημοσιονομικού «κόφτη»!

Ο προληπτικός μηχανισμός για τη διόρθωση των δημοσιονομικών αποκλίσεων στον οποίο φαίνεται να συμφωνούν κυβέρνηση και θεσμοί έχει βρει αρκετούς οπαδούς εκτός ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, ο μηχανισμός ενέχει παγίδες που μπορεί να φέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Οι αυτόματοι δημοσιονομικοί μηχανισμοί προσαρμογής ή «κόφτες», εν συντομία στην ελληνική, δεν είναι κάτι καινούργιο.

Εχουν υιοθετηθεί από διαφορετικές χώρες και σε διάφορες παραλλαγές επί δεκαετίες, με αμφιλεγόμενο αποτέλεσμα.

Το θεωρητικά οξύμωρο είναι πως στη δική μας περίπτωση φέρεται να έχει προταθεί από ένα αριστερό κόμμα που παλαιότερα δήλωνε αντίθετο σε τέτοιους μηχανισμούς καθώς τους ταύτιζε με  θεσμοθέτηση της λιτότητας.

Όμως, πρακτικά εξηγείται από το γεγονός ότι η εναλλακτική της νομοθέτησης συγκεκριμένης δέσμης μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας θα είχε μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για τον κυβερνητικό συνασπισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση, εκτός της κυβέρνησης, η θεσμοθέτηση του αυτόματου μηχανισμού έχει βρει αρκετούς υποστηρικτές σε άλλους χώρους, κυρίως της κεντροδεξιάς.

Οι τελευταίοι θεωρούν ότι ο «κόφτης» περιορίζει την εξουσία των εκάστοτε κυβερνώντων και κρατικών αξιωματούχων να κάνουν ρουσφέτια και να μοιράζουν δημόσιο χρήμα με πολιτικά κριτήρια ενώ συμβάλλει στη δημοσιονομική πειθαρχία.

Ο νομπελίστας James Buchanan της σχολής της Public Choice είναι ίσως ο πιο αντιπροσωπευτικός εκφραστής της συγκεκριμένης άποψης και φυσικά ανήκει ιδεολογικά στον αμερικανικό συντηρητικό χώρο ή στον νεοφιλελεύθερο, όπως θα έλεγαν κάποιοι στην Ελλάδα.

Όμως, η εμπειρία δείχνει πως τις περισσότερες φορές τέτοιοι αυτόματοι μηχανισμοί δεν λειτουργούν όταν έλθει η ώρα, όπως προβλεπόταν όταν σχεδιάστηκαν, γιατί οι πολιτικοί βρίσκουν τρόπους να τους αποδυναμώσουν.

Στην επιστολή της επικεφαλής του ΔΝΤ κ. Λαγκάρντ στους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης πριν από το Eurogroup της 9ης Μαΐου, υπαινίσσεται κάτι τέτοιο όταν αναφέρει πως ο προληπτικός μηχανισμός που η Ελλάδα προτείνει δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις.

Η ίδια τονίζει πως «με βάση τις επιδόσεις του παρελθόντος, τέτοια ad hoc μέτρα δεν είναι πολύ αξιόπιστα ενώ είναι επίσης ανεπιθύμητα, καθώς ενισχύουν την αβεβαιότητα και αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν τις υποκείμενες ανισορροπίες».

Θα πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε ότι το ΔΝΤ πρέπει να έμεινε ικανοποιημένο με τις αλλαγές που έγιναν για να καταστεί ο προληπτικός δημοσιονομικός μηχανισμός πιο αξιόπιστος, ώστε να πιαστεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018.

Ακόμη κι αν είναι έτσι, δημιουργούνται άλλα σοβαρά προβλήματα κατά την ταπεινή μας άποψη.

Πρώτο και κυριότερο. Από τη στιγμή που ο πήχης για τον δημοσιονομικό στόχο μπαίνει τόσο ψηλά το 2018, ο αυτόματος μηχανισμός μπορεί να αποδειχθεί μέσο διαιώνισης της ύφεσης.

Είναι άλλο πράγμα να επιδιώκεις τη δημοσιονομική πειθαρχία, βάζοντας εφικτούς στόχους που δεν αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη και μειώνουν το χρέος, και άλλο να κάνεις το αντίθετο.

Στη δεύτερη περίπτωση, ο μηχανισμός θα ενεργοποιήσει περιοριστικά μέτρα που θα συμβάλουν πιθανόν είτε στην επιστροφή στην ύφεση, είτε στον περιορισμό του ρυθμού ανάπτυξης.

Το αποτέλεσμα θα είναι ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ να αυξηθεί ή να μη μειωθεί, και η οικονομία να εγκλωβισθεί στη παγίδα του χρέους.

Δεύτερον. Ο τρόπος διόρθωσης της όποιας δημοσιονομικής απόκλισης μέσω του μηχανισμού θα γίνεται απολογιστικά. Κοινώς, τον Μάιο της επόμενης χρονιάς κι αφού η Eurostat έχει βγάλει την ετυμηγορία της ένα μήνα πριν.

Όμως, οι άνθρωποι που κινούνται σε μια οικονομία προεξοφλούν το μέλλον. Δεν ενεργούν απολογιστικά.

Επιπλέον, υπάρχει μια αμφίδρομη, δυναμική σχέση μεταξύ της οικονομίας και του κρατικού προϋπολογισμού.

Επομένως, η εφαρμογή του «κόφτη» ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύσει την αβεβαιότητα στο μέλλον και να ακυρώσει ενέργειες, π.χ. αγορές καταναλωτικών προϊόντων και επενδυτικά σχέδια.

Ιδίως όταν ο πήχης μπει ψηλά όπως το 2018.

Μια μέση λύση, που όμως ούτε κι αυτή είναι ιδανική, θα ήταν οι διορθωτικές κινήσεις μέσω του μηχανισμού να γίνονται δύο φορές, π.χ. στο εξάμηνο ή επτάμηνο.

Όμως, τότε γεννάται το ερώτημα ποιος θα ήταν ο μπούσουλας για την ενδιάμεση αξιολόγηση; Οι εκτιμήσεις της Eurostat;

Επιπλέον, είναι σίγουρο ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θα ήθελε κάτι τέτοιο για πολιτικούς λόγους.

Τρίτον, δεν είναι ξεκάθαρο αυτή τη στιγμή αν ο «κόφτης» θα παραμείνει στη θέση του μετά το 2018, που λήγει το τρίτο μνημόνιο.

Αν παραμείνει, τα πράγματα θα δυσκολέψουν πολύ για την ελληνική οικονομία και θα πρόκειται για συνέχεια των μνημονίων.

Η ελληνική πλευρά δεν το θέλει και φαίνεται να ελπίζει πως η έξοδος στις αγορές μέχρι το 2018 θα «απενεργοποιήσει» τον αυτόματο μηχανισμό.

Όμως, δεν θα στοιχηματίζαμε σε κάτι τέτοιο. Πολλά θα εξαρτηθούν από τις αποφάσεις των πιστωτών για την ελάφρυνση του χρέους.

Σε κάθε περίπτωση, οι οπαδοί του δημοσιονομικού «κόφτη» θα πρέπει να το ξανασκεφθούν, γιατί μπορεί να πάθουν αυτό που απεύχονται.

Dr. Money


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v