Η Γερμανία χάνει την οικονομική ευρωστία της

Χαμηλή ανάπτυξη έως 0,5% θα είναι ο κανόνας στο μέλλον, εκτιμούν οικονομικά ινστιτούτα. «Η εποχή των παχιών αγελάδων παρήλθε». Πώς επιδρούν δημογραφικό και πράσινη μετάβαση, πώς μεταλλάσσεται το τοπίο για εργαζόμενους και επενδυτές.

Δημοσιεύθηκε: 7 Απριλίου 2023 - 19:27

Load more

Ο χειμώνας ήταν ήπιος και η κατανάλωση ενέργειας χαμηλότερη απ' όσο φοβόντουσαν πολλοί. Αντί για την αναμενόμενη ύφεση, προβλέπεται μια μικρή οικονομική αύξηση της τάξης του 0,3%. «Η οικονομική υποχώρηση κατά το περασμένο χειμερινό εξάμηνο είναι πιθανό να είναι λιγότερο σοβαρή απ' ό,τι υπολογιζόταν το φθινόπωρο», εξηγεί ο Τίμο Βολμερσχόιζερ, καθηγητής στο Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Ifo του Πανεπιστημίου του Μονάχου.

Το Ινστιτούτο Ifo ανήκει στην ομάδα των τεσσάρων κορυφαίων γερμανικών ινστιτούτων οικονομικών ερευνών που συντάσσουν έκθεση δύο φορές τον χρόνο για λογαριασμό της γερμανικής κυβέρνησης, ενώ φέτος συμμετέχει και ένα ερευνητικό ινστιτούτο από την Αυστρία. Τα στοιχεία που υπολογίζει το καθένα απ' αυτά είναι σημαντικά για την εκτίμηση των φορολογικών εσόδων και την κατάρτιση του προϋπολογισμού της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Περιορισμένη ζημία διαρκείας

Παρ’ όλο που τα βιβλία παραγγελιών των εταιρειών ήταν γεμάτα, οι γενικές συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές. «Οι διαρκείς δυσκολίες εφοδιασμού, οι έντονες αυξήσεις τιμών στην ενέργεια, καθώς και η έλλειψη εργατικού δυναμικού, επίσης λόγω των εξαιρετικά υψηλών ποσοστών ασθενείας, μείωσαν τις παραγωγικές δυνατότητες της γερμανικής οικονομίας και εμπόδισαν μια ισχυρότερη αύξηση του εγχώριου προϊόντος», λέει ο Βολμερσχόιζερ.

Για το 2024, τα ινστιτούτα αναμένουν ανάπτυξη 1,5%. Αυτό βέβαια δεν είναι σίγουρο, διότι οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι χαμηλές θερμοκρασίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν εκ νέου άλματα στις τιμές ανά πάσα στιγμή. «Ο κίνδυνος ελλείψεων τον προσεχή χειμώνα εξακολουθεί να υφίσταται», επισημαίνει ο Βολμερσχόιζερ, ενώ για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές τονίζει πως, «σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας θα είναι μόνο περίπου 0,5% προς το τέλος της δεκαετίας».

Το τέλος της ανάπτυξης: Δεν φταίει ούτε η πανδημία ούτε το Ουκρανικό...

Όλα αυτά φανερώνουν ότι οι εποχές των παχιών αγελάδων στη Γερμανία έχουν τελειώσει, σύμφωνα με τις προβλέψεις. Τα αίτια εντοπίζονται λιγότερο στις συνέπειες της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία και περισσότερο στη γήρανση της κοινωνίας, τον πολύ μικρό αριθμό εργαζομένων και, κυρίως, την απομάκρυνση από το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και τον άνθρακα, η οποία οδηγεί αρχικά σε υψηλότερες τιμές ενέργειας.

Η φθηνή ορυκτή ενέργεια έχει αποτελέσει τη βάση για το επιτυχημένο γερμανικό επιχειρηματικό μοντέλο. Τώρα όλα είναι διαφορετικά. Το ρωσικό φυσικό αέριο αντικαταστάθηκε από ακριβές προμήθειες και παραλλήλως έχει συνειδητοποιηθεί πως, πλέον, είναι αναγκαία η τάχιστη μετάβαση σε φιλικές προς το κλίμα μορφές ενέργειας.

Ο Στέφαν Κόοτς, καθηγητής στο Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, χρησιμοποιεί ένα εύληπτο σχήμα λόγου: «Οι προοπτικές ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας μπορούν να συγκριθούν με την ταχύτητα μιας άμαξας, όπου ο αριθμός των ζώων έλξης μειώνεται, όπως και η τροφή τους, αλλά ταυτοχρόνως περισσότεροι επιβάτες θέλουν να ταξιδέψουν με αυτήν».

Στην παρούσα κατάσταση, είναι σημαντικό να «λαδώσουμε τους τροχούς και να απαλλαγούμε από το βάρος». Αυτό θα μπορούσε να γίνει, για παράδειγμα, με τη μείωση «της υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης» ή μέσω της μετανάστευσης ειδικευμένων εργαζομένων, εξηγεί ο Κόοτς. Τα κρατικά προγράμματα τόνωσης της οικονομίας, από την άλλη πλευρά, δεν θα βοηθούσαν, αλλά θα ήταν - για να μείνουμε στο σχήμα του λόγου – «μόνο ένα μαστίγιο» που θα παρείχε απλώς βραχυπρόθεσμη τόνωση.

Ψευδαισθήσεις: Προστασία του κλίματος και ανάπτυξη δεν πάνε μαζί...

Οι επιστήμονες θεωρούν λανθασμένη τη συζήτηση για τη μείωση του κόστους της βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας. Αν και η ασφάλεια και το κόστος του ενεργειακού εφοδιασμού αποτελούν σημαντικούς παράγοντες, η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς έναν ελεγκτικό μηχανισμό τιμών. «Η επίτευξη των κλιματικών στόχων απαιτεί τεράστιες προσπάθειες για την ενεργειακή απόδοση και η εμπειρία του περασμένου έτους έχει δείξει ότι η τιμή της ενέργειας μπορεί να αποτελέσει πραγματικά κατάλληλο μέσο για την αύξηση της απόδοσης αυτής», λέει ο Βολμερσχόιζερ.

Οι οικονομολόγοι απορρίπτουν σαφώς την πολιτική υπόσχεση πως η αναδιάρθρωση της οικονομίας προς την κατεύθυνση της κλιματικής ουδετερότητας θα δώσει πρόσθετη οικονομική ώθηση. Οι παραγωγικές ικανότητες της οικονομίας θα ανασυγκροτηθούν. «Δεν υπάρχει διπλό μέρισμα - μεγαλύτερη προστασία του κλίματος και αναπτυξιακό θαύμα. Δυστυχώς, αυτό είναι ψευδαίσθηση», σχολιάζει ο Κόοτς.

Οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές

Έτσι, καθίσταται πολύ σημαντική η βελτίωση άλλων συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της μείωσης του πληθωρισμού. Τα ινστιτούτα αναμένουν ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί μονάχα από το επόμενο έτος, όταν και ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει στο 2,4%, δίνοντας ώθηση στην ιδιωτική κατανάλωση από το δεύτερο εξάμηνο του έτους και μετά, καθώς τότε θα αυξηθούν και πάλι οι πραγματικοί μισθοί.

Τα ινστιτούτα θεωρούν τη βιομηχανία ως πυλώνα της οικονομίας, η οποία θα επωφεληθεί από την άμβλυνση των προβλημάτων εφοδιασμού και τη φθηνότερη ενέργεια. Ο κατασκευαστικός κλάδος, από την άλλη πλευρά, θα επιβραδυνθεί. «Η ζήτηση θα παραμείνει αδύναμη, ιδίως στις κατασκευές κατοικιών, λόγω του ότι, επιπλέον, η ΕΚΤ θα αυστηροποιήσει περαιτέρω τη νομισματική της πολιτική και, συνεπώς, το κόστος χρηματοδότησης θα συνεχίσει να αυξάνεται», λέει ο Βολμερσχόιζερ.

Οι εργαζόμενοι ανακτούν τη δύναμή τους

Τα ινστιτούτα έχουν καλά νέα για την αγορά εργασίας. Ο αριθμός των απασχολουμένων αναμένεται να αυξηθεί κι άλλο το επόμενο έτος, περίπου στα 46 εκατομμύρια. Ωστόσο, ο αριθμός των ανέργων είναι πιθανό να αυξηθεί προσωρινά σχεδόν στα 2,5 εκατομμύρια φέτος, καθώς οι Ουκρανοί πρόσφυγες δεν θα μπορέσουν να εισέλθουν απευθείας στην αγορά εργασίας. Το 2024, η ανεργία θα μειωθεί και πάλι στα 2,4 εκατομμύρια.

Οι συγκυρίες θα είναι ευνοϊκές για τους εργαζόμενους, καθώς είναι πιθανό να έχουν «το πάνω χέρι» στις συλλογικές διαπραγματεύσεις τα επόμενα χρόνια. «Επομένως, ενδέχεται να δούμε σημαντικές αυξήσεις μισθών», λέει ο Κόοτς. Σε περιόδους έλλειψης ειδικευμένων εργαζόμενων και δημογραφικών μεταβολών, οι εταιρείες πρέπει «να ανταποκρίνονται πολύ περισσότερο στις επιθυμίες του εργατικού δυναμικού, προκειμένου να παραμείνουν ελκυστικές».

Οι τράπεζες ως παράγοντας κινδύνου

Η παγκόσμια οικονομία χαρακτηρίζεται στην εαρινή έκθεση ως «ακόμη αδύναμη». Η «ιστορικά ασυνήθιστη» αύξηση επιτοκίων, η οποία θα εξακολουθήσει στο προσεχές μέλλον, έχει σημαντική ανασχετική επίδραση στις επενδύσεις. Ένας κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία προέρχεται σήμερα κυρίως από τον χρηματοπιστωτικό τομέα. «Οι αυξήσεις των επιτοκίων προκαλούν πτώση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και, αν οι τράπεζες δεν αντισταθμίσουν επαρκώς αυτή τη μεταβολή, ενδέχεται να αυξηθεί η έλλειψη εμπιστοσύνης».

ΠΗΓΗ: DEUTSCHE WELLE

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων