Μετά τις υποβαθμίσεις, οι διολισθήσεις

Οι εξελίξεις από την S&P και το ελληνικό PSI έχουν μια βαθιά συμβολική σημασία: έδειξαν ότι έχουμε ξεφύγει από το σημείο όπου μια τεχνική διόρθωση θα είχε αποτέλεσμα. Η εργαλειοθήκη έχει αδειάσει.

  • Wolfgang Munchau
Μετά τις υποβαθμίσεις, οι διολισθήσεις
Σε μεγάλο βαθμό, οι δύο πιο δραματικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών ήταν αναμενόμενες: η υποβάθμιση της γαλλικής οικονομίας ήταν προεξοφλημένη, όπως εξάλλου και η κατάρρευση των συνομιλιών για το ελληνικό PSI.

Όμως, και τα δύο αυτά έχουν πολύ μεγάλη σημασία γιατί δείχνουν τους μηχανισμούς που βρίσκονται πίσω από τα γεγονότα. Η ευρωζώνη έχει διολισθήσει σε ένα σπιράλ υποβαθμίσεων, μείωσης της οικονομικής παραγωγής, αύξησης του χρέους και νέων υποβαθμίσεων. Η ύφεση μόλις άρχισε. Η Ελλάδα πλέον είναι πολύ πιθανόν να κηρύξει χρεοστάσιο στις περισσότερες υποχρεώσεις της και θα μπορούσε ακόμη και να εγκαταλείψει την ευρωζώνη. Όταν γίνει αυτό, τα φώτα θα πέσουν αμέσως στην Πορτογαλία και ο επόμενος κύκλος μόλυνσης των υποβαθμίσεων θα αρχίσει.

Το ανεπαρκές ταμείο διασώσεων της Ευρώπης, το European Financial Stability Facility, επίσης υποβαθμίστηκε, καθώς έχει επιβαρυνθεί τις αξιολογήσεις των μελών της. Έτσι, όπως είναι δομημένο το EFSF, αυτόματα τα περιθώρια χρηματοδότησης από αυτό μειώνονται.

Υποβαθμίζοντας τη Γαλλία και την Αυστρία, αλλά όχι τη Γερμανία και την Ολλανδία, η Standard & Poor’s κατάφερε επίσης να σχηματοποιήσει τις προοπτικές της οικονομικής γεωγραφίας σε περίπτωση διάλυσης. Η υποβάθμιση όλων των κρατών με αξιολόγηση ΑΑΑ θα ήταν πολύ ευκολότερο να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Η Γερμανία πλέον είναι η μόνη μεγάλη χώρα που διατηρεί το τριπλό Α. Μετά την υποβάθμιση από την S&P, θα είναι δυσκολότερο για εκείνη να αποδεχτεί τα ομόλογα της ευρωζώνης. Η απόκλιση των αποδόσεων ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τη σχέση τους.

Η άμεση αντίδραση στις υποβαθμίσεις από την S&P υπενθύμισε ακόμα ότι η κρίση και η λύση της είναι δύο στοιχεία που κινούνται παράλληλα. Το σχόλιο της Angela Merkel ότι η Ε.Ε. θα πρέπει πλέον να ολοκληρώσει γρήγορα το δημοσιονομικό σύμφωνο είναι τυπικό παράδειγμα αυτής της αποσύνδεσης. Όποιο κι αν είναι το ερώτημα, η απάντηση είναι η δημοσιονομική πειθαρχία. Οι αντιδράσεις στην κρίση δείχνουν ότι δεν έχει γίνει κατανοητό πως ο ιδιωτικός τομέας έχει πρωταρχικό ρόλο στις εσωτερικές ανισορροπίες της ευρωζώνης.

Η κατάληξη του δημοσιονομικού συμφώνου, που είναι το Νο1 θέμα της ατζέντας της ευρωπαϊκής πολιτικής σήμερα, στην καλύτερη περίπτωση αποτελεί έναν άσχετο αποπροσανατολισμό. Το πιο πιθανό είναι ότι θα ενδυναμώσει την τάση προς λιτότητα του τύπου που λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα. Περιμένω επίσης από την ευρωπαϊκή διοίκηση μια δόση ρυθμιστικής εκδίκησης στους οίκους αξιολόγησης. Είτε δίκαιη είτε όχι, είναι και αυτή αποπροσανατολισμός.

Λίγο παλαιότερα είχα πει πως η σύνοδος του Δεκεμβρίου ήταν η τελευταία ευκαιρία για καθολική επανεκκίνηση του συστήματος. Τότε, φανταζόμασταν ένα μεγάλο σχέδιο που θα περιελάμβανε κοινό προϋπολογισμό στην ευρωζώνη, ευρωομόλογο, ρυθμιστικό καθεστώς αντιμετώπισης των ενδοευρωπαϊκών ανισορροπιών και, με αυτό το δεδομένο, σκληρά μέτρα στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Η An. Merkel και οι ακόλουθοί της στο Βερολίνο και στις Βρυξέλλες χειροκρότησαν το αποτέλεσμα της συνόδου του Δεκεμβρίου, θεωρώντας το μεγάλη επιτυχία επειδή δεν περιελάμβανε τίποτα από τα παραπάνω, πέρα από το στοιχείο της εξισορρόπησης του προϋπολογισμού.

Τώρα όπου η An. Merkel πήρε όσα ζητούσε, το σύστημα εξακολουθεί να κλονίζεται. Σε κάθε στροφή, το οικονομικό και πολιτικό κόστος μιας δυνητικής διάλυσης αυξάνεται. Έχουμε ξεφύγει από το σημείο στο οποίο οι ψηφοφόροι και οι εκλεγμένοι τους είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το διαρκώς αυξανόμενο κόστος αποκατάστασης του συστήματος. Την περασμένη εβδομάδα δύο βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος CDU στη Γερμανία, τους οποίους θεωρούσα μετρημένους στις απόψεις τους, έλεγαν ότι δεν θα είναι και τίποτα σπουδαίο να βγει η Ελλάδα από την ευρωζώνη. Οι προοπτικές αλλάζουν ταχύτατα και το ίδιο και η αποδοχή ενός βίαιου τέλους.

Και όχι, ούτε η τεράστια τόνωση με ρευστότητα της ΕΚΤ πρόκειται να διορθώσει το πρόβλημα. Δεν υποτιμώ τη σημασία της απόφασης. Η ΕΚΤ απέτρεψε ένα πιστωτικό κραχ και της αξίζουν εύσημα γι’ αυτό. Η επιστροφή του απεριόριστου μακροπρόθεσμου δανεισμού μπορεί ακόμη και να έχει επίδραση στις διαθέσεις των τραπεζών να συμμετέχουν σε δημοπρασίες κρατικών ομολόγων. Αν είμαστε τυχεροί, ίσως και να καταφέρει να μας περάσει από την έντονη περίοδο μετακυλίσεων της άνοιξης. Όμως, το ντους ρευστότητας δεν μπορεί να διορθώσει το βασικό πρόβλημα της έλλειψης μακροοικονομικής προσαρμογής.

Ούτε οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις, όσο απαραίτητες κι αν είναι για άλλους λόγους, μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Αυτό είναι μία άλλη αυταπάτη της Ευρώπης. Βρισκόμαστε πλέον σε ένα σημείο όπου μια αποτελεσματική λύση στην κρίση θα απαιτούσε δυναμική κεντρική δημοσιονομική αρχή, με εξουσίες στους φόρους και την τοποθέτηση πόρων σε όλη την ευρωζώνη. Εννοείται ότι αυτό δεν θα γίνει.

Και αυτή είναι η τελική επίπτωση από τις εξελίξεις της περασμένης εβδομάδας. Έχουμε ξεφύγει πλέον από το σημείο στο οποίο μια τεχνική διόρθωση θα είχε αποτέλεσμα. Η εργαλειοθήκη έχει αδειάσει.
© The Financial Times Limited 2012. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v